- συντρώγω
- ΝΜτρώω στο ίδιο τραπέζι μαζί με άλλον ή άλλους, παρακάθημαι σε γεύμαμσν.τρώω κάτι από κοινού με άλλον ή άλλους.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
συντρώγω — συντρώγω, συνέφαγα, (να συμφάγω) βλ. πίν. 221 … Τα ρήματα της νέας ελληνικής
μεταδαίνυμαι — (Α) 1. δειπνώ με κάποιον, συντρώγω («οὐ σός γε πατὴρ μεταδαίνυται ἡμῑν», Ομ. Ιλ.) 2. παίρνω μέρος σε κάτι, συμμετέχω (α. «ἵνα δὴ καὶ ἐγὼ μεταδαίσομαι ἱρῶν», Ομ. Ιλ. β. «αὐτὸς ὅπως ἐθέλεις μεταδαίνυσο», Κόιντ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + δαίνυμαι… … Dictionary of Greek
ομοσιτώ — (Α ὁμοσιτῶ, έω) [ομόσιτος] τρώω μαζί με κάποιον άλλο στο ίδιο τραπέζι, συντρώγω … Dictionary of Greek
παραδαίνυμαι — ΜΑ τρώγω μαζί με κάποιον, συντρώγω. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + δαίνυμαι «τρώγω»] … Dictionary of Greek
συνεσθίω — ΜΑ 1. τρώω μαζί με άλλον, συντρώγω («Πέτρος... μετὰ τῶν ἐθνῶν συνήσθιεν», Ωριγ.) 2. τρώω κάτι μαζί με κάτι άλλο («πικρίδας συνήσθιε τοῑς ἄρτοις τοῑς οὐκ ἐζυμωμένοις», Κύρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐσθίω «τρώω»] … Dictionary of Greek
συνεστιώ — άω ΜΑ [ἑστιῶ] 1. φιλοξενώ στο σπίτι μου, παραθέτω γεύμα 2. μέσ. συνεστιῶμαι, άομαι συντρώγω, είμαι καλεσμένος στο ίδιο γεύμα με κάποιον … Dictionary of Greek
συσσιτώ — συσσιτῶ, έω, ΝΑ [σύσσιτος] τρώγω μαζί με άλλους, συντρώγω (α. «οὔτε γὰρ συσσιτήσας τούτῳ οὐδεὶς φανήσεται οὐδὲ σύσκηνος γενόμενος», Αριστοφ. β. «συσσιτοῡμεν... ἐγώ τε καὶ Μελησίας», Πλάτ.) … Dictionary of Greek